flag vizantioflag hellas

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   twitter   facebook  

Οι Σαρακατσαναίοι της Αμφίπολης

Τέσσερις φαμίλιες Σαρακατσαναίων έχουν εδώ και πάνω από έναν αιώνα  το χνάρι αυτού πολιτισμικά ιδιαίτερου, αλλά συνάμα ανεξερεύνητου Ελληνικού φύλου, παρόν και ολοζώντανο στην Αμφίπολη. Οι οικογένειες, των Γαρουφαίων, του Γεωργουσέων, των Γιαννουλέων  και των Μπικαίων , συνεχίζουν σε τούτη εδώ τη Μακεδονική Γη μια μακραίωνη ιστορική διαδρομή, βαριά και πολύτιμη. Ο Κώστας Γεωργούσης βλαστάρι, μιας από τις πρώτες Σαρακατσάνικες οικογένειες της Αμφίπολης, μιλώντας στο NFN, λέει πως από την ανατολή του 20ου αιώνα , γύρω στο  1910 / 1915,   Σαρακατσαναίοι, τότε νομάδες, φτάνουν από τους πρόποδες   του επιβλητικού Παγγαίου και το Καιμάκτσαλάν  για να ξεχειμωνιάσουν με τα ζώα τους στα δροσερά και εύφορα χώματα. Ως και σήμερα με ζωηρή και ολόφωτη κοινωνική παρουσία στο χωριό έχουν παρέμβαση στα πράγματα.

Είναι χαρακτηριστικό  ότι ο πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου Αμφιπολιτών, είναι ο Σαρακατσάνος Χρήστος Γαρούφας.

Ο Κώστας Γεωργούσης  σημειώνει ότι η ρίζα των Σαρακατσάνων  βρίσκεται στα Άγραφα, μεταξύ Θεσσαλίας και Ρούμελης, εκεί όπου οι Σαρακατσαναίοι κατέφευγαν επί Τουρκοκρατίας, είτε πολεμώντας τους Τούρκους γνωρίζοντας βήμα το βήμα, τα τραχιά κι απάτητα βουνά στα οποία ήταν αήττητοι. Ο ίδιος ανήκει στις πρώτες οικογένειες που βρέθηκαν στην Αμφίπολη, προερχόμενοι σε εκείνη την ιστορική φάση από τη Χαλκιδική και ο Βασίλης  ο Κοχλιαρίδης, του Ιωακείμ (Χατζηθεοφίλου)  ήταν που έδωσε χωράφι στον παππού του κι εκεί ξεκίνησε να στήνει την προκοπή του,  το κονάκι του.  Και τούτο καταφέρνοντας να κάμψει  τις επιφυλάξεις  των ντόπιων και μερικών Ποντίων.  Τα άγρια βουνά των Αγράφων ήταν πολύτιμη κρυψώνα και για ακόμη έναν λόγο. Οι Σαρακατσάνοι ήταν δύσκολο να βρεθούν και να καταγραφούν από τις αρχές χωμένοι σε απάτητα βράχια και σε άγρια βλάστηση κι έτσι απέφευγαν να καταβάλουν χαράτσι στις – συχνά κυνικές κι αδίστακτες – Οθωμανικές αρχές. Από αυτήν την ιδιαιτερότητα εικάζεται ότι προέρχεται και το τοπωνύμιο ‘’Άγραφα’’.

Την ίδια ώρα ο Χρήστος Γιαννούλης λέει στο No Fake News ότι οι ρίζες της δικής του οικογένειας βρίσκονται στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής. Αυτή η γεωγραφική διάχυση των Σαρακατσαναίων είναι απολύτως φυσιολογική.

Οι Σαρακατσάνοι παλαιότερα ζούσαν ως νομάδες κτηνοτρόφοι, το καλοκαίρι στα βουνά και το χειμώνα στα χειμαδιά. Κοιτίδα των Σαρακατσαναίων ήταν η οροσειρά της κεντρικής και νότιας Πίνδου και η Ρούμελη με επίκεντρο τα Άγραφα. Ο διασκορπισμός τους από την αρχική κοιτίδα τους προς την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα έγινε επί Τουρκοκρατίας και κυρίως τον 18ο αιώνα, στα χρόνια του Αλή Πασά. Σήμερα οι Σαρακατσάνοι έχουν σταματήσει, οι περισσότεροι, τον κτηνοτροφικό βίο και έχουν εγκατασταθεί μόνιμα σε χωριά και πόλεις.

Στην Πίνδο κατοίκησαν μετά το 1400 και την κατάληψη του ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς Τούρκους.  Από αυτή την αφετηρία μετακινούνταν στην ηπειρωτική Ελλάδα και σε άλλες βαλκανικές χώρες μαζί με τα ποίμνιά τους. Εικάζεται ότι ο διασκορπισμός των Σαρακατσάνων έγινε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και ιδίως την εποχή του Αλή Πασά μεταξύ 1788 και 1821, όταν αυτός είχε τις μεγάλες συγκρούσεις με τους Σουλιώτες και τον Αντώνη Κατσαντώνη, Σαρακατσάνο οπλαρχηγό, αλλά και κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Τότε οι Σαρακατσάνοι μετακινήθηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις, στη Μακεδονία, τη Θράκη, τη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία, αλλά και στις σημερινές περιοχές της Βουλγαρίας, της Βόρειας Μακεδονίας και γενικότερα της πρώην Γιουγκοσλαβίας, καθώς ο ενιαίος γεωγραφικός χώρος του τότε Οθωμανικού κράτους επέτρεπε άνετα αυτές τις μετακινήσεις. Παρόλα αυτά, υπάρχει η άποψη ότι οι Σαρακατσάνοι, ανέκαθεν ήταν νομάδες, καταγόμενοι από προϊστορικούς πληθυσμούς της Πίνδου που είχαν ανάλογο τρόπο ζωής (ήταν ποιμένες κι είχαν τις χαρακτηριστικές καλύβες – κονάκια).

“Ο Φλάμπουρας”, το σαρακατσάνικο σύμβολο.

Ο πρώτος επιστήμονας που μελέτησε εκτενώς τους Σαρακατσάνους είναι ο Δανός γλωσσολόγος Κάρστεν Χεγκ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, ο οποίος ταξίδεψε στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1920 και μελέτησε τη διάλεκτο και τις παραδόσεις τους. Ο Χεγκ υποστηρίζει ότι οι Σαρακατσάνοι είναι αρχαιοελληνικό φύλο και προσπάθησε να βρει παραδείγματα νομαδισμού στην αρχαία Ελλάδα. Ο Άγγλος ιστορικός και ανθρωπολόγος Τζον Κάμπελ έζησε και μελέτησε τους Σαρακατσάνους της Ηπείρου το 1955, ακολουθώντας το νομαδικό τους βίο και κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά το τσελιγκάτο και τη δομή της οικογένειας. Υποστηρίζει πως οι Σαρακατσάνοι πρέπει να ζούσαν πάντα στις ίδιες συνθήκες και στις ίδιες περιοχές, όπως και επί των ημερών του, και υπογραμμίζει τις διαφορές τους από τους Βλάχους.

«Νομάδες από πανάρχαια μήτρα κτηνοτρόφων, τσελιγκάδες, τσοπάνοι, προβαταραίοι, χωρίς δική τους γη και μόνιμη κατοικία. Περπατάρηδες και κόσμος από λόγγα, αυτοί είναι οι Σαρακατσάνοι. Ζούνε στους κάμπους τον χειμώνα κι ανεβαίνουν στα βουνά το καλοκαίρι. Η ζωή τους είναι ένα ταξίδι, μια αδιάκοπη μετακίνηση».

Γεωγραφικοί πληθυσμοί

Οι Σαρακατσάνοι, είχαν και έχουν εντυπωσιακή ομοιογένεια, στη γλώσσα, στα ήθη, τα έθιμα και τον τρόπο ζωής. Διακρινόταν σε τέσσερις κύριες ομάδες πληθυσμού ανάλογα με τη γεωγραφική τους θέση. Οι ομάδες αυτές περιελάμβαναν τους Ηπειρώτες, τους Κασσανδρινούς, τους Μωραΐτες και τους Πολίτες (κατά αλφαβητική σειρά), ενώ το κριτήριο της κατάταξης συνήθως, ήταν ο ευρύτερος τόπος διαμονής (χειμερινή κατοικία, χειμαδιά) και οι συγγενικοί δεσμοί της ομάδας.

Ηπειρώτες

Οι Ηπειρώτες είναι η ομάδα πληθυσμού με τον πιο περιορισμένο χώρο μετακινήσεων (λόγω μορφολογίας εδάφους), και περιλαμβάνει γενικά τους Σαρακατσάνους της Ηπείρου. Οι Ηπειρώτες ξεχειμώνιαζαν συνήθως, στη Νότιο Ήπειρο και στα παράλια της Θεσπρωτίας. Το καλοκαίρι κατευθύνονταν προς τη δυτική πλευρά της Πίνδου (κυρίως την περιοχή Ζαγορίου) έως τα όρη της Βορείου Ηπείρου (στην Αλβανία).

Κασσανδρινοί

Οι Κασσανδρινοί (ή Χασσανδρινοί) είναι η ομάδα πληθυσμού που περιλάμβανει γενικά τους Σαρακατσάνους της Μακεδονίας. Οι Κασσανδρινοί ξεχειμώνιαζαν συνήθως στη χερσόνησο της Κασσάνδρας, στη Χαλκιδική, καθώς και στις νότιες πεδιάδες του Αξιού και του Στρυμόνα. Το καλοκαίρι κατευθύνονταν προς τους ορεινούς όγκους του Βερμίου, του Βόρα, της Τζένας, του Περιστερίου (Βαρνούντος), της Βαβούνας (τώρα ανήκει στην Βόρεια Μακεδονία) έως τα όρη Κερκίνη, Φαλακρό, Παγγαίο και τη Δυτική Ροδόπη (Χαϊντού, Φρακτό κ.α.).[14] Παρ’ όλα αυτά στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας επικράτησε η Πολίτικη ενδυμασία κι όχι η Κασσανδρινή. Μια άλλη υποκατηγορία των Κασσανδρηνών είναι οι Σερμπιάνοι που τα καλοκαίρια έφταναν με τα κοπάδια τους έως τα όρη της νότιας Σερβίας.

Μωραΐτες

Οι Μωραΐτες είναι η ομάδα πληθυσμού που περιλαμβάνει γενικά τους Σαρακατσάνους της Κεντρικής και Νοτίου Ελλάδος. Οι Μωραΐτες ξεχειμώνιαζαν, συνήθως, σε μια περιοχή που εκτείνεται από τη Θεσσαλία και Νότιο Πιερία έως τη Στερεά Ελλάδα (Αιτωλία, Ακαρνανία, Βοιωτία, Φθιώτιδα, Φωκίδα και Αττική), την Εύβοια και την Πελοπόννησο (κυρίως την περιοχή της Αργολίδας). Το καλοκαίρι κατευθύνονταν προς τους ορεινούς όγκους της Στερεάς Ελλάδος, Νοτίου Πίνδου και Αγράφων έως τα όρη Χάσια (μεταξύ Θεσσαλίας και Μακεδονίας) και το Βέρμιο, καθώς επίσης και τους ορεινούς όγκους της Βορείου Πελοποννήσου (στο Χελμό και στο Παναχαϊκό όρος).

Πολίτες

Οι Πολίτες, είναι η ομάδα πληθυσμού που περιλαμβάνει συνολικά τους Σαρακατσάνους της Θράκης. Οι Πολίτες ξεχειμώνιαζαν, συνήθως, στα πεδινά παράλια της Ανατολικής Θράκης πλησίον της Κωνσταντινούπολης καθώς και στα πεδινά παράλια της Δυτικής Θράκης. Το καλοκαίρι κατευθύνονταν προς τους ορεινούς όγκους της Ανατολικής Ροδόπης (Κούλα, Παπίκιο κ.α.), έως τα όρη της Στράντζας (Τουρκία) και την οροσειρά του Αίμου (Βουλγαρία). Σύμφωνα με τον Κώστα Γεωργούση, μάλιστα, ένα  Καράβι που μετέφερε τον παππού και τη γιαγιά του, από τα Μικρασιατικά παράλια, που είχαν βρεθεί για να αναζητήσουν βοσκοτόπια, στη μητροπολιτική Ελλάδα, άφησε κάποια ομάδα Σαρακατσάνων ακόμη και στην Κρήτη, στις ακτές του Λιβυκού πελάγους. «Έβλεπαν τους Τούρκους να  αρπάζουν τα ζώα τους, το βιος  τους, καθώς η Μικρασιατική γη ξεμάκραινε», θυμάται από τις αφηγήσεις των παππούδων.

Τσελιγκάτο

Η βάση της οργάνωσης της κοινωνικής ζωής των Σαρακατσάνων ήταν τα τσελιγκάτα, που ήταν μικρές κοινωνίες αποτελούμενες από 20-50 οικογένειες. Η κοινωνική οργάνωση των Σαρακατσάνων ήταν βασισμένη στη δομή της πατριαρχικής οικογένειας, όπου ο πατέρας ήταν η κεφαλή και όλα τα μέλη της αντλούσαν την καταγωγή τους αποκλειστικά από αυτόν.

Το τσελιγκάτο ήταν στην ουσία μια φατρία, την οποία αποτελούσαν διάφορες σαρακατσάνικες φάρες οι οποίες ενώνονταν με συγγενικούς δεσμούς μεταξύ τους. Η συγγένεια ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της οργάνωσης της φυλής, υπαγορεύοντας την αλληλεγγύη μεταξύ των συγγενών. Οι γάμοι γίνονταν με συνοικέσιο με σκοπό την διεύρυνση του κύκλου συγγενών-συνεργατών μέσω της σύναψης συγγένειας εξ αγχιστείας.

Το τσελιγκάτο μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί και σαν ένας οικονομικός συνεταιρισμός ο οποίος εξασφάλιζε και προωθούσε τη συνεργασία των μελών του. Συχνά η κοινωνική ευημερία και ισορροπία λειτουργούσε εις βάρος της ατομικής, καθώς οι παραδόσεις και οι αρχές έπρεπε να τηρούνται αυστηρά. Χαρακτηριστικό του τσελιγκάτου ήταν η οικονομική και κοινωνική του αυτάρκεια, ενώ η τυροκομία και η κτηνοτροφία αποτελούσαν βασική πηγή εσόδων κάθε οικογένειας αλλά και ολόκληρου του τσελιγκάτου.

Αρχηγός ήταν ο τσέλιγκας, ο οποίος εκλεγόταν από τους αρχηγούς κάθε φάρας του τσελιγκάτου, οι οποίοι μπορούσαν να τον καθαιρέσουν σε περίπτωση που αυτός παρατυπούσε.

Θρησκεία

Οι Σαρακατσάνοι ως προς το θρήσκευμα είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό όμως είναι η συνύπαρξη της βαθιάς χριστιανικής πίστης με τη μαγεία, καθώς οι Σαρακατσάνοι διέθεταν μεγάλο αριθμό μαγικοθρησκευτικών δοξασιών με αρχαιοελληνικές ρίζες, με σκοπό την εξασφάλιση υγείας, ευγονίας και ευημερίας.

Ήθη και Έθιμα

Ο γάμος  αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στη ζωή τους. Ειδικότερα στο παρελθόν, υπήρχε η συνήθεια οι Σαρακατσάνοι να παντρεύονται κυρίως μεταξύ τους, με την ενδογαμία να αποτελεί μια προσπάθεια διατήρησης της κλειστής κοινωνίας και του τρόπου ζωής της.  Οι περισσότεροι γάμοι τότε γίνονταν με συνοικέσιο (προξενιό) και τον γαμπρό ή τη νύφη διάλεγε συνήθως ο πατέρας και σπανιότερα η μητέρα ή κάποιος άλλος συγγενής, χωρίς να έχει βάρος η γνώμη του γαμπρού ή της νύφης. Πριν το γάμο ζύμωναν στο σπίτι του γαμπρού μια κουλούρα (τα λεγόμενα προζύμια), δουλεία την οποία έκανε μια κοπέλα ανύπαντρη (η λεγόμενη προζυμού), υγιής και με ζωντανούς γονείς. Με αυτόν τον τρόπο πίστευαν πως η ένωση θα ήταν ευλογημένη και καλότυχη. Σημαντικό κομμάτι του σαρακατσάνικου γάμου ήταν και ο φλάμπουρας, ο οποίος θεωρείται εξέλιξη του βυζαντινού λαβάρου.

Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, οι Σαρακατσάνοι ήταν διασκορπισμένοι σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα, με αυτούς των βόρειων περιοχών να μετακινούνται συχνά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες προς τις γειτονικές χώρες, την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τη νότια Γιουγκοσλαβία και την Ανατολική Θράκη. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το κλείσιμο των συνόρων στα Βαλκάνια, πολλές σαρακατσάνικες οικογένειες εγκλωβίστηκαν στις χώρες αυτές. Σήμερα, στην Ελλάδα ζουν περί τις 100 χιλιάδες Σαρακατσάνοι, σημαντικός πληθυσμός τους,  υπάρχει, επίσης,  στη Βουλγαρία, ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία για τον αριθμό τους στην Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία.

Πηγή: Fake News  Γιάννης Βασιλακόπουλος

Genika Arthra Oi Sarakatsanoi tis Amfipolis ph 01